Μετάφραση του "cation" σε Ελληνικά
Οι κατιόν, κατιώντος, Κατιόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cation" σε Ελληνικά.
cation
noun
γραμματική
(chemistry) A positively charged ion; -- opposed to anion. [..]
-
κατιόν
noun neutera positively charged ion [..]
The treatment must be limited to the elimination of excess cations.
Η επεξεργασία πρέπει να περιορίζεται στην απομάκρυνση της περίσσειας κατιόντων.
-
κατιώντος
noun masculinea positively charged ion
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Cation
-
Κατιόν
Trimethylsulfonium cation, resulting from the use of glyphosate
Κατιόν τριμεθυλοσουλφονίου, που προκύπτει από τη χρήση glyphosate
Φράσεις παρόμοιες με "cation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατιόν λιθίου
-
κατιονικός
-
Αμμώνιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη