Μετάφραση του "ceaselessly" σε Ελληνικά
Οι αδιάκοπα, ατέλειωτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ceaselessly" σε Ελληνικά.
ceaselessly
adverb
γραμματική
Without ceasing. [..]
-
αδιάκοπα
From the summit of Barad- dûr, his Eye watches ceaselessly
Από την κορυφή τού Μπάραντ- ντουρ το Μάτι του αδιάκοπα παρακολουθεί
-
ατέλειωτα
adverb neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ceaselessly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη