Μετάφραση του "censor" σε Ελληνικά
Οι λογοκριτής, λογοκρίνω, κήνσορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "censor" σε Ελληνικά.
censor
verb
noun
γραμματική
(history) A Roman magistrate, originally a census administrator, by Classical times a high judge of public behavior and morality [..]
-
λογοκριτής
noun masculineofficial responsible for removal of objectionable or sensitive content
Walter, you're my chief of staff, not my HQ censor.
Γουόλτερ, είσαι ο επιτελάρχης μου και όχι ο λογοκριτής του Αρχηγείου.
-
λογοκρίνω
verbI would censor my dreams if I could...
Μακάρι να μπορούσα να λογοκρίνω τα όνειρά μου...
-
κήνσορας
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ελεγκτής
- απαγορεύω
- λογοκρίνομαι
- τιμητής
- ψαλιδίζω
- ασκώ λογοκρισία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " censor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "censor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λογοκρισία
-
λογοκριμένος
-
αυτολογοκρίνομαι
-
λογοκρισία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη