Μετάφραση του "center" σε Ελληνικά

Οι κέντρο, συγκεντρώνω, κεντράρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "center" σε Ελληνικά.

center adjective verb noun γραμματική

The middle portion of something; the part well away from the edges. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέντρο

    noun neuter

    in basketball [..]

    A dictatorship means, by definition, one center of power.

    Μια δικτατορία σημαίνει, εξ ορισμού, ένα κέντρο δύναμης.

  • συγκεντρώνω

    verb
  • κεντράρισμα

    To align objects or text around a point located in the middle of a line, page, or other defined area; in effect, to position items an equal distance from each margin or border.

    Center & first page

    Κεντράρισμα & πρώτης σελίδας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επικεντρώνω
    • Σέντερ
    • σέντερ
    • συγκεντρώνομαι
    • κεντρώος
    • εστιάζω
    • ουσία
    • εμπορικό κέντρο
    • νευρικό κέντρο
    • ψίχα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " center " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Center proper

A town in Colorado. [..]

+ Προσθήκη

"Center" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Center στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "center"

Φράσεις παρόμοιες με "center" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "center" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη