Μετάφραση του "central" σε Ελληνικά

Οι κεντρικός, μεσαίος, μέσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά.

central adjective noun γραμματική

Being in the centre. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεντρικός

    adjective

    having or containing the centre of something [..]

    Germany is in Central Europe.

    Η Γερμανία είναι στην Κεντρική Ευρώπη.

  • μεσαίος

    adjective masculine
  • μέσος

    noun masculine

    However, the central services are to monitor this through monthly reports prepared by the Delegations.

    Ωστόσο, οι κεντρικές υπηρεσίες πρέπει να επιβλέπουν τις διαδικασίες αυτές μέσω των ετήσιων εκθέσεων που καταρτίζουν οι αντιπροσωπείες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενικός
    • τηλεφωνικό κέντρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " central " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Central proper

A former local government region of central Scotland. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κεντρικός

    Germany is in Central Europe.

    Η Γερμανία είναι στην Κεντρική Ευρώπη.

Φράσεις παρόμοιες με "central" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη