Μετάφραση του "centrist" σε Ελληνικά
Το κεντρώος είναι η μετάφραση του "centrist" σε Ελληνικά.
centrist
adjective
noun
γραμματική
Of, pertaining to, or advocating centrism. [..]
-
κεντρώος
noun masculineA blander centrist, you will never meet.
Ο πιο καλόβολος κεντρώος, που υπάρχει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " centrist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "centrist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ένωση Κεντρώων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη