Μετάφραση του "ceramic" σε Ελληνικά
Οι κεραμική, κεραμικός, αγγειοπλαστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ceramic" σε Ελληνικά.
made of material produced by the high temperature firing of inorganic, nonmetallic rocks and minerals. [..]
-
κεραμική
noun femininematerial
Indeed, ceramic tiles are products that depend on current trends and fashion.
Πράγματι, τα κεραμικά πλακίδια είναι προϊόντα τα οποία εξαρτώνται από τις τρέχουσες τάσεις της μόδας.
-
κεραμικός
adjective masculineIndeed, ceramic tiles are products that depend on current trends and fashion.
Πράγματι, τα κεραμικά πλακίδια είναι προϊόντα τα οποία εξαρτώνται από τις τρέχουσες τάσεις της μόδας.
-
αγγειοπλαστική
noun feminineSpecifically, we are talking about textiles, ceramics and agriculture.
Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στην κλωστοϋφαντουργία, στην αγγειοπλαστική και στη γεωργία.
-
Κεραμική
inorganic, nonmetallic solid prepared by the action of heat
Indeed, ceramic tiles are products that depend on current trends and fashion.
Πράγματι, τα κεραμικά πλακίδια είναι προϊόντα τα οποία εξαρτώνται από τις τρέχουσες τάσεις της μόδας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ceramic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Κεραμικός
Ceramic roof tiles: No turnover figure was provided.
Κεραμικά κεραμίδια: δεν παραδόθηκαν οι αριθμοί των κύκλων εργασιών.
Φράσεις παρόμοιες με "ceramic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγγειοπλαστική · κεραμικά · κεραμική
-
Κεραμικές οπτικές ίνες
-
Κεραμικό περίβλημα
-
Πυριτίου επί κεραμικού
-
κεραμική μόνωση
-
Κεραμικό περίβλημα διπλής σειράς
-
Κεραμικές οπτικές ίνες
-
Στοιχείο επιμεταλλωμένου κεραμικού