Μετάφραση του "certitude" σε Ελληνικά

Οι βεβαιότητα, πεποίθηση, σιγουριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "certitude" σε Ελληνικά.

certitude noun γραμματική

(uncountable) sureness, certainty [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βεβαιότητα

    noun feminine

    sureness, certainty

    I implore you by God's grace to give me solace, then I will have certitude.

    Σε εκλιπαρώ με τη χάρη του Θεού να μου δώσεις παρηγοριά, τότε θα έχω την βεβαιότητα.

  • πεποίθηση

    noun feminine

    sureness, certainty

  • σιγουριά

    noun feminine

    sureness, certainty

    There was the certitude of knowledge of things divine and of things eternal.

    Υπήρχε μια σιγουριά γνώσης πραγμάτων θεϊκών και αιωνίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " certitude " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "certitude" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη