Μετάφραση του "cf." σε Ελληνικά

Οι πβ., πρβ. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cf." σε Ελληνικά.

cf. verb adverb

compare, compare to, compare with [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πβ.

    verb

    compare

    - Article 22 of the proposal introduces a clear procedure for the application of the safeguard clause (cf. Article 12 of the Cosmetics Directive).

    · Το άρθρο 22 της πρότασης εισάγει μια σαφή διαδικασία για την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης (πβ. άρθρο 12 της οδηγίας για τα καλλυντικά).

  • πρβ.

    verb

    compare

    In practice all animals imported by the agricultural industry are treated as changes in stocks (cf.

    Στην πράξη, υποθέτουμε ότι όλα τα ζώντα ζώα που έχουν εισαχθεί από τον κλάδο γεωργικής δραστηριότητας αντιμετωπίζονται ως αυξομείωση αποθεμάτων (πρβ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cf. " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cf." με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cf." σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη