Μετάφραση του "changing" σε Ελληνικά

Οι αλλαγή, αλλάζοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "changing" σε Ελληνικά.

changing noun adjective verb γραμματική

Present participle of change. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλαγή

    noun feminine

    I accept change, but I want to navigate it gently.

    Αποδέχομαι την αλλαγή, αλλά θέλω να πλοηγηθείτε απαλά.

  • αλλάζοντας

    particle

    So, in changing this world, we're altering the very environment that has allowed the human race to thrive.

    Έτσι, αλλάζοντας αυτόν τον κόσμο, μεταβάλλουμε το ίδιο το περιβάλλον που επέτρεψε στην ανθρώπινη φυλή να ευδοκιμήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " changing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "changing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "changing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη