Μετάφραση του "channelling" σε Ελληνικά
Το διοχέτευση είναι η μετάφραση του "channelling" σε Ελληνικά.
channelling
noun
verb
γραμματική
Present participle of channel. [..]
-
διοχέτευση
They all intend to make the financial system better in channelling resources towards long term investments.
Όλες αποσκοπούν στη βελτίωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος όσον αφορά τη διοχέτευση πόρων προς τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " channelling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "channelling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βοηθητικό κανάλι πληροφοριών
-
Σήραγγα της Μάγχης
-
αριθμός καναλιού
-
Σηματοδοσία συσχετισμένη με κανάλι
-
σηματοθετημένο κανάλι
-
Μόνιμο ιδεατό κανάλι
-
ασφαλές κανάλι
-
Κανάλι ίνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη