Μετάφραση του "chaplain" σε Ελληνικά

Οι ιερέας, εφημέριος, ιερέας ιδρύματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chaplain" σε Ελληνικά.

chaplain noun γραμματική

A member of the clergy officially assigned to an institution, group, private chapel, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιερέας

    noun masculine

    The chaplain, who leads the prisoner here, conducts the last rites.

    Ο ιερέας οδηγεί εδώ τον φυλακισμένο και εκτελεί την τελική τελετουργία.

  • εφημέριος

    Also you'll need to be serving as chaplain of Frederica.

    Επίσης θα χρειαστείς να υπηρετήσεις ως εφημέριος του Φρεντέρικα.

  • ιερέας ιδρύματος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chaplain " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chaplain" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη