Μετάφραση του "charging" σε Ελληνικά
Οι κάνω έφοδο, φόρτιση, χρέωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charging" σε Ελληνικά.
charging
noun
verb
γραμματική
Present participle of charge. [..]
-
κάνω έφοδο
-
φόρτιση
The more powerful the battery, the bigger the charge it can withstand.
Όσο πιο δυνατή η μπαταρία, τόσο μεγαλύτερη η φόρτιση που αντέχει.
-
χρέωση
nounI had a reverse charges call from Leamington.
Είχα μία κλήση, με αντίστροφη χρέωση, από το Leamington.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "charging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικογραφία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη