Μετάφραση του "cheapskate" σε Ελληνικά

Οι μίζερος, φραγκοφονιάς, καρμίρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cheapskate" σε Ελληνικά.

cheapskate noun γραμματική

Someone who stingily avoids spending money. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μίζερος

  • φραγκοφονιάς

    noun masculine

    someone who avoids spending money

  • καρμίρης

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσιγκούνης
    • τσιφούτης, τσιγκούνης, σπαγκοραμμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cheapskate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cheapskate"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cheapskate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη