Μετάφραση του "cheesemaker" σε Ελληνικά
Το τυροκόμος είναι η μετάφραση του "cheesemaker" σε Ελληνικά.
cheesemaker
noun
γραμματική
A person skilled in the art of making cheese [..]
-
τυροκόμος
noun masculine masculine, feminineperson skilled in making cheese
The cheesemaker uses skill, judgement and is trained to identify the correct specific texture and ‘feel’ of the curd.
Ο τυροκόμος χρησιμοποιεί τη δεξιότητα και την κρίση του, και έχει εκπαιδευτεί ώστε να αναγνωρίζει τη σωστή ειδική υφή και «αίσθηση» του τυροπήγματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cheesemaker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cheesemaker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τυροκομία · τυροκομία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη