Μετάφραση του "chemist" σε Ελληνικά

Οι χημικός, φαρμακοποιός, φαρμακείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chemist" σε Ελληνικά.

chemist noun γραμματική

A person whose occupation specializes in the science of chemistry, especially at a professional level. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χημικός

    noun masculine m;f masculine;feminine

    person working in chemistry [..]

    Our chemist broke down a sample and found it was from a reindeer and the man was freed.

    Ο χημικός μας ανέλυσε ένα δείγμα και διαπίστωσε ότι ήταν από έναν τάρανδο και ο άνθρωπος απελευθερώθηκε.

  • φαρμακοποιός

    noun masculine

    Somebody who professionally prepares and sells pharmaceuticals.

    The chemist accused of putting cyanide in his uncle's toothpaste.

    Ο φαρμακοποιός που έβαλε κυάνιο στην οδοντόκρεμα του θείου του.

  • φαρμακείο

    noun neuter

    Some monkey lovers just set fire to a chemist.

    Κάποιοι πηθικολάγνοι μόλις έβαλαν φωτιά σε ένα φαρμακείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chemist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "chemist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chemist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη