Μετάφραση του "chew" σε Ελληνικά

Οι μασάω, μασώ, μάσηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chew" σε Ελληνικά.

chew verb noun γραμματική

A small sweet, such as a taffy, that is eaten by chewing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μασάω

    verb

    to crush food with teeth prior to swallowing

    If it'd help, I'd chew up his food and feed him like a baby bird.

    Αν βοηθάει, θα μασάω την τροφή του και θα του την δίνω όπως στα πουλάκια.

  • μασώ

    verb

    He says worrying about the future is as effective as trying to solve an algebra equation by chewing bubble gum.

    Λέεı óτı το vα αvησυχεíς γıα το μέλλοv... εívαı σαv vα προσπαθεíς vα λύσεıς εξíσωση μασώvτας τσíχλα.

  • μάσηση

    noun

    The bean has a firm texture, meaning it has to be chewed.

    Το φασόλι έχει σφιχτή σύσταση, πράγμα που σημαίνει ότι παρουσιάζει σχετική αντίσταση κατά τη μάσηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μασουλώ
    • συλλογίζομαι
    • μασουλίζω
    • μάσημα
    • στοχάζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chew " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "chew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μάσημα · μάσηση · μασούλημα · μασούλισμα
  • βάζω τις φωνές · επιπλήττω · κατσαδιάζω · μαλώνω
  • «κράζω» · βάζω τις φωνές · επιπλήττω · κατσαδιάζω · μαλώνω
  • μασάω · μασουλώ · μασώ
  • γόμα · μαστίχα · τσίκλα · τσίχλα
  • μασητικό παιχνίδι
  • μασάω
  • μηρυκαστικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chew" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη