Μετάφραση του "chick" σε Ελληνικά
Οι νεοσσός, νεαρό πουλί, κοτοπουλάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chick" σε Ελληνικά.
chick
verb
noun
γραμματική
(zoology) A young bird. [..]
-
νεοσσός
noun masculineyoung bird
The chicks will stay in their parents'care for another month.
Οι νεοσσοί θα μείνουν υπό την επίβλεψη των γονιών για ένα μήνα ακόμα.
-
νεαρό πουλί
nounyoung bird
-
κοτοπουλάκι
I'll leave the chick here tonight so the kitten doesn't get any fancy ideas.
Θα αφήσω το κοτοπουλάκι εδώ για να μην μπουν ιδέες στο γατάκι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μανάρι
- γκόμενα
- κοτόπουλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chick " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "chick"
Φράσεις παρόμοιες με "chick" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τσικ Γουέμπ
-
Τσικ-φιλ-Έι
-
ρεβίθι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη