Μετάφραση του "chief" σε Ελληνικά

Οι αρχηγός, κύριος, επικεφαλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chief" σε Ελληνικά.

chief adjective verb noun γραμματική

A leader or head of a group of people, organisation, etc. [from 13th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχηγός

    noun masculine m;f masculine;feminine

    leader of group etc [..]

    He's taken a personal leave of absence from his post as chief of staff.

    Πήρε προσωπική άδεια να απουσιάσει από τη θέση του ως αρχηγός του προσωπικού.

  • κύριος

    noun adjective masculine

    primary; principal

    The chief characteristic of the ‘Zgornjesavinjski želodec’ is the traditional production method.

    Το κύριο χαρακτηριστικό του «Zgornjesavinjski želodec» είναι η παραδοσιακή μέθοδος παραγωγής του.

  • επικεφαλής

    noun

    I thought I'd be chief of surgery someday.

    Νόμιζα ότι εγώ θα ήμουν επικεφαλής του χειρουργικού κάποτε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προϊστάμενος
    • αφεντικό
    • διοικητής
    • ανώτατος
    • σταθμάρχης
    • σεφ
    • πρωθιερέας
    • ανώτατο στέλεχος
    • αρχι-
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "chief" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη