Μετάφραση του "chimney" σε Ελληνικά

Οι καπνοδόχος, καμινάδα, φουγάρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chimney" σε Ελληνικά.

chimney verb noun γραμματική

A vertical tube or hollow column used to emit environmentally polluting gaseous and solid matter (including but not limited to by-products of burning carbon or hydro-carbon based fuels); a flue. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνοδόχος

    noun feminine

    vertical tube or hollow column; a flue [..]

    That chimney is dark and cold as a grave.

    Η καπνοδόχος είναι κρύα και στενή σαν τάφος.

  • καμινάδα

    noun feminine

    vertical tube or hollow column; a flue

    Nell and her grandfather have vanished like Winter smoke off an old maid's chimney.

    Η Nell και ο παππους της εξαφανίστηκαν όπως ο καπνός απο την καμινάδα.

  • φουγάρο

    noun neuter

    vertical tube or hollow column; a flue

    I'm struggling between the drunken chimney sweep and this curious unicorn.

    Παλεύω μεταξύ του μεθυσμένου σαν φουγάρο καθαριστή και αυτού του σοβαρού μονόκερου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καπνοσωλήνας
    • τζάκι
    • Καπνοδόχος
    • Φίλτρο παροχέτευσης TCP
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chimney " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "chimney"

Φράσεις παρόμοιες με "chimney" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chimney" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη