Μετάφραση του "chips" σε Ελληνικά
Οι τηγανητές πατάτες, τηγανιτές πατάτες, πατάτες τηγανιτές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chips" σε Ελληνικά.
Plural form of chip. [..]
-
τηγανητές πατάτες
noun neuterfrench fried potatoes; french fries.
Combating the presence of carcinogenic acrylamide in chips, crisps and other baked or roasted foods.
Παρουσία καρκινογόνου ακρυλαμιδίου σε τηγανητές πατάτες, πατατάκια και άλλα τρόφιμα που τηγανίζονται ή ψήνονται σεψηλές θερμοκρασίες.
-
τηγανιτές πατάτες
noun feminineIt's exactly how fish and chips used to taste when you were a kid.
Είναι ακριβώς όπως τα ψάρια και οι τηγανιτές πατάτες είχαν γεύση όταν ήσουν παιδί.
-
πατάτες τηγανιτές
nounChocolate chip with whipped cream and hot dogs and french fries...
Δημητριακά με σοκολάτα και σαντιγί και πιροσκί με πατάτες τηγανιτές...
-
πατατάκια
noun pThin-sliced and deep-fried potatoes sold in sealed bags; potato chips, nacho chips, etc.
If you wanna get him in here, just crinkle a bag of potato chips.
Αν θες να έρθει εδώ, απλά κούνα του ένα σακουλάκι με πατατάκια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chips " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Traditional nickname for someone whose surname is Carpenter
"Chips" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Chips στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
plural of [i]CHiP[/i] (California Highway Patrol officers)
"CHiPs" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το CHiPs στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "chips"
Φράσεις παρόμοιες με "chips" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πλαστικός φορέας τσιπ με ακροδέκτες
-
στις δύσκολες στιγμές
-
αποκόπτω · θραύσμα · θρυμματίζω · κόβω · μάρκα · μικροτσίπ · ολοκληρωμένο κύκλωμα · πατατάκι · πελεκούδι · πελεκώ · πλακίδιο ολοκληρωμένου κυκλώματος · ροκανίδι · σμπαραλιάζω · σπάζω · συντρίβω · τηγανιτή πατάτα · τσιπ · τσιπάκι · ψύλλος
-
Περίβλημα κλίμακας τσιπ
-
τσιπ μνήμης ROM
-
κομμάτια σοκολάτας
-
ενεργοποίηση τσίπ
-
Φις εντ τσιπς