Μετάφραση του "chivalry" σε Ελληνικά

Οι ιπποτισμός, ιπποσύνη, ευγένεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chivalry" σε Ελληνικά.

chivalry noun γραμματική

(obsolete) Cavalry; horsemen armed for battle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιπποτισμός

    noun masculine

    Courteous behavior, especially that of men towards women [..]

    One of the things I always admired about my dad was his sense of chivalry.

    Ένα από τα πράγματα που πάντα θαύμαζα στον πατέρα μου ήταν ο ιπποτισμός του.

  • ιπποσύνη

    noun feminine

    ethical code

    Some people say that chivalry is not dead.

    Μερικοί λένε ότι η ιπποσύνη δεν έχει πεθάνει.

  • ευγένεια

    noun feminine

    Courteous behavior, especially that of men towards women

    Did anyone ever tell you chivalry was dead?

    Δε σου έχουν πει ότι η ευγένεια πέθανε;

  • μεγαλοψυχία

    Charity measured by picket fences, chivalry by little lust.

    Η μεγαλοψυχία σε λαγνεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chivalry " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "chivalry" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chivalry" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη