Μετάφραση του "chronically" σε Ελληνικά
Το χρονίως είναι η μετάφραση του "chronically" σε Ελληνικά.
chronically
adverb
γραμματική
In a chronic manner, or to a chronic degree [..]
-
χρονίως
I haven’t had to endure abuse, chronic illness, or addiction.
Δεν χρειάστηκε να υπομείνω κακομεταχείριση, χρόνια ασθένεια ή εθισμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chronically " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "chronically" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παγκρεατίτις · χρόνια παγκρεατίτιδα
-
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια · χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
-
χρόνια νόσος
-
χρόνια νόσος
-
Σύνδρομο της χρόνιας κοπώσεως
-
μόνιμος · παρατεινόμενος · χρόνιος
-
Θυρεοειδίτιδα Hashimoto
-
Αναιμία χρόνιας νόσου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη