Μετάφραση του "chronologically" σε Ελληνικά
Το χρονολογικώς είναι η μετάφραση του "chronologically" σε Ελληνικά.
chronologically
adverb
γραμματική
(manner) In a chronological manner. [..]
-
χρονολογικώς
That document had to contain a chronological record of a worker's employers and his professional category in each successive job.
Στο βιβλιάριο αυτό έπρεπε να σημειώνονται χρονολογικώς οι εργοδότες και η επαγγελματική κατηγορία του εργαζομένου για κάθε διαδοχική του απασχόληση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chronologically " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "chronologically" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νέα Χρονολογία
-
χρονικό
-
συνέχεια
-
χρονολογικά · χρονολογικός
-
συνέχεια
-
Χρονογραφία · χρονογραφία · χρονολογία · χρονολόγηση
-
Χρονογραφία · χρονογραφία · χρονολογία · χρονολόγηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη