Μετάφραση του "churning" σε Ελληνικά
Το ανάδευση είναι η μετάφραση του "churning" σε Ελληνικά.
churning
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of churn. [..]
-
ανάδευση
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " churning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "churning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ρυθμός μετακίνησης , αποσύνδεσης
-
«βράζω» · ανακατεύω · αναμοχλεύω · αναταράζομαι · αναταράσσω · δέρνω · καρδάρα · καρδαρα ... αναδευω/ανακατευω κυριολεκτικα και μεταφορικα · κλυδωνίζω · λυσσομανάω · μαίνομαι · στριφογυρίζω · συγκλονίζω · συνταράσσω · ταρακουνάω · το γυρίζω · τραντάζω συθέμελα · χτυπώ
-
αποδίδω · βγάζω · δημιουργώ · παράγω · παράγω αφειδώς · παράγω διαρκώς · παράγω σε τεράστιες ποσότητες · παράγω σωρηδόν
-
αναταράζω · φέρνω στην επιφάνεια
-
καρδάρα
-
«βράζω» · ανακατεύω · αναμοχλεύω · αναταράζομαι · αναταράσσω · δέρνω · καρδάρα · καρδαρα ... αναδευω/ανακατευω κυριολεκτικα και μεταφορικα · κλυδωνίζω · λυσσομανάω · μαίνομαι · στριφογυρίζω · συγκλονίζω · συνταράσσω · ταρακουνάω · το γυρίζω · τραντάζω συθέμελα · χτυπώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη