Μετάφραση του "ciliate" σε Ελληνικά
Το βλεφαριδοφόρο είναι η μετάφραση του "ciliate" σε Ελληνικά.
ciliate
adjective
noun
γραμματική
Ciliated. [..]
-
βλεφαριδοφόρο
noun neuterprotozoan of the class Ciliata [..]
But I also found didinium, a ciliate, and oomycota, a mold, both of which are found in freshwater.
Βρήκα επίσης διδίνιο, που είναι βλεφαριδοφόρο, και οωμύκητα, που είναι ευρωτοειδές, που και τα δύο βρίσκονται σε γλυκό νερό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ciliate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη