Μετάφραση του "circular" σε Ελληνικά

Οι κυκλικός, εγκύκλιος, στρογγυλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "circular" σε Ελληνικά.

circular adjective noun γραμματική

defining one word in terms of another that is itself defined in terms of the first word [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυκλικός

    adjective masculine

    of or relating to a circle [..]

    It does not work in practice and circular migration often turns into permanent migration.

    Δεν λειτουργεί στην πράξη και η κυκλική μετανάστευση μετατρέπεται συχνά σε μόνιμη μετανάστευση.

  • εγκύκλιος

    masculine feminine

    circular letter [..]

    5 The rules laid down in the administrative circular in question were incomplete.

    5 Η ως άνω διοικητική εγκύκλιος ρύθμιζε ανεπαρκώς το σύστημα αυτό.

  • στρογγυλός

    adjective

    The circular stain is a coffee stain left by Mr. Garibaldi.

    Ο στρογγυλός λεκές είναι από καφέ, που τον άφησε ο Κος Γκαριμπάλντι.

  • περιστροφικός

    masculine

    circuitous or roundabout

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " circular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Circular

A node placement style that specifies that the nodes are circular in relation to the MOM Management Server.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυκλικός

    Circular Single-Capped Fluorescent lamps operating on high frequency ballasts

    Κυκλικοί λαμπτήρες φθορισμού ενός κάλυκα που λειτουργούν με μη υψηλόσυχνα στραγγαλιστικά πηνία

Φράσεις παρόμοιες με "circular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "circular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη