Μετάφραση του "citizenship" σε Ελληνικά

Οι υπηκοότητα, ιθαγένεια, ιδιότητα τού πολίτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "citizenship" σε Ελληνικά.

citizenship noun γραμματική

The status of being a citizen. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπηκοότητα

    noun feminine

    state of being a citizen

    The day that he got his citizenship, we got a divorce.

    Την μέρα που πήρε την υπηκοότητα, πήραμε διαζύγιο.

  • ιθαγένεια

    noun feminine

    denotes the link between a person and a state or an association of states

    Similarly, Latvia has made huge progress, in particular in relation to the referendum on citizenship.

    Ομοίως, και η Λετονία σημείωσε τεράστια πρόοδο, ιδιαίτερα σε ό, τι αφορά το δημοψήφισμα για την ιθαγένεια.

  • ιδιότητα τού πολίτη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολιτική συνείδηση
    • στάση ως πολίτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " citizenship " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "citizenship" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "citizenship" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη