Μετάφραση του "clamor" σε Ελληνικά
Οι φωνασκία, κραυγάζω, φωνάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clamor" σε Ελληνικά.
clamor
verb
noun
γραμματική
(intransitive) To cry out and/or demand. [..]
-
φωνασκία
noun -
κραυγάζω
verbThe Congress will clamor for the hero who would pull off such a daring feat.
Το Κογκρέσο θα κραυγάσει για τον ήρωα που κατάφερε κάτι τόσο τολμηρό.
-
φωνάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αλαλαγμός
- κραυγή
- ουρλιάζω
- ουρλιαχτό
- στριγγλιά
- στριγκλιά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " clamor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "clamor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θορυβώδης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη