Μετάφραση του "clasp" σε Ελληνικά
Οι πόρπη, σφίγγω, καρφίτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clasp" σε Ελληνικά.
clasp
verb
noun
γραμματική
A fastener or holder, particularly one that clasps. [..]
-
πόρπη
noun feminineLeather, very ornate, with a silver clasp and buckle.
Δέρμα, πολύ περίτεχνα, με ένα ασημένιο κούμπωμα και πόρπη.
-
σφίγγω
verbBut now I see you clothed, rather foolishly... clasping a cornucopia, from which you're distributing useless gifts to the poor.
Αλλά τώρα σας βλέπω ντυμένη, μάλλον ανόητα... σφίγγοντας το κέρας της Αμάλθειας, από το οποίο διανέμετε άχρηστα δώρα στους φτωχούς.
-
καρφίτσα
noun feminineYeah, but yours has that great clasp.
Η δική σου έχει αυτή τη τέλεια καρφίτσα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγκαλιάζω
- χειραψία
- αγκράφα
- κουμπί
- κόπιτσα
- σούστα
- κόπτσα
- σφίξιμο
- κουμπώνω
- συσφίγγω
- αρπάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " clasp " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "clasp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόπιτσα · κόπτσα
-
σουγιάς
-
σουγιάς
-
σουγιάς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη