Μετάφραση του "clean" σε Ελληνικά

Οι καθαρός, καθαρίζω, αγνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clean" σε Ελληνικά.

clean adjective verb noun adverb γραμματική

Not dirty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρός

    adjective masculine

    not dirty [..]

    They could stay clean for long periods of time.

    Μπορεί κάποιος να μείνει " καθαρός " για πολύ καιρό.

  • καθαρίζω

    verb

    (transitive) to remove dirt from a place or object

    I told Tom to clean his room.

    Είπα στον Τομ να καθαρίσει το δωμάτιό του.

  • αγνός

    adjective masculine

    pure, especially morally or religiously

    Your hands are not so clean either, Mr Mbeki.

    Κι εσείς δεν είστε τόσο αγνός κε Εμπέκι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παστρικός
    • αμόλυντος
    • καθαρισμένος
    • διαυγής
    • πλένω
    • συμμαζεύω
    • τακτοποιώ
    • συγυρίζω
    • άμεμπτος
    • απάτητος
    • καθαρίζω το σπίτι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " clean " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "clean"

Φράσεις παρόμοιες με "clean" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "clean" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη