Μετάφραση του "cleft" σε Ελληνικά

Οι σχισμή, ρωγμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cleft" σε Ελληνικά.

cleft noun adjective verb γραμματική

an opening, fissure, or V-shaped indentation made by or as if by splitting [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχισμή

    noun feminine

    So you're smooth and hairless with a little peachy cleft right there?

    Είσαι τόσο απαλή και άτριχη με μία έξοχη σχισμή εκεί πέρα?

  • ρωγμή

    noun feminine

    A thin and usually jagged space opened in a previously solid material.

    In the cleft, behind the rock.

    Εκεί στη ρωγμή, πίσω απ'τον βράχο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cleft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cleft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cleft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη