Μετάφραση του "clerical" σε Ελληνικά

Οι κληρικός, γραφειοκρατικός, διοικητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clerical" σε Ελληνικά.

clerical adjective noun γραμματική

A member of the clergy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κληρικός

    noun masculine

    of or relating to the clergy

    We'll see to it that our clerical friend gets to heaven a little sooner than expected.

    Θα τα πούμε αυτά, όταν ο κληρικός φτάσει στον παράδεισο, λιγάκι νωρίτερα απ`ότι υπολόγιζε.

  • γραφειοκρατικός

    Adjective masculine

    of or relating to clerks or their work

  • διοικητικός

    adjective masculine

    All these comments were considered and, where appropriate, clerical errors were corrected.

    Όλες οι παρατηρήσεις ελήφθησαν υπόψη και, κατά περίπτωση, διορθώθηκαν τα διοικητικά σφάλματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιερατικός
    • υπαλληλικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " clerical " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "clerical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κολάρο κληρικού
  • αγαμία τού κλήρου
  • αβάς · αββάς · ηγούμενος · ιερατικός · κληρικός · υπαλληλικός
  • αντικληρικαλισμός · αντικληρικισμός
  • λάθος αντιγραφής
  • Κληρικαλισμός · κληρικαλισμός · κληρικοκρατία · κληρικοκρατία, κληροκρατία · παπαδοκρατία
  • αβάς · αββάς · ηγούμενος · ιερατικός · κληρικός · υπαλληλικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "clerical" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη