Μετάφραση του "clinometer" σε Ελληνικά

Οι κλισιόμετρο, Κλισίμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clinometer" σε Ελληνικά.

clinometer noun γραμματική

An apparatus for measuring a vertical angle, a slope, or the height of a large object (e.g. a tree). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλισιόμετρο

    noun proper neuter

    measuring apparatus

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " clinometer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Clinometer
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλισίμετρο

Εικόνες με "clinometer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "clinometer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη