Μετάφραση του "clogging" σε Ελληνικά

Οι βούλωμα, φραζω-κλεινω βουλωνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clogging" σε Ελληνικά.

clogging noun adjective verb γραμματική

Present participle of clog. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούλωμα

    noun

    " His-and-his shower clogs? "

    " Βούλωμα για την ντουζιέρα "

  • φραζω-κλεινω βουλωνω

    fear says you are clogging the path

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " clogging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "clogging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βουλώνω · δεσμεύω · εμποδίζω · εμπόδιο · κώλυμα · ξυλοπάπουτσο · παραγεμίζω · σαμπό · τσόκαρο · φράζω
  • εξυπνάκιας
  • φράζω
  • βουλώνω · δεσμεύω · εμποδίζω · εμπόδιο · κώλυμα · ξυλοπάπουτσο · παραγεμίζω · σαμπό · τσόκαρο · φράζω
  • βουλώνω · δεσμεύω · εμποδίζω · εμπόδιο · κώλυμα · ξυλοπάπουτσο · παραγεμίζω · σαμπό · τσόκαρο · φράζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "clogging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη