Μετάφραση του "close off" σε Ελληνικά

Το αποκλείω είναι η μετάφραση του "close off" σε Ελληνικά.

close off verb γραμματική

To seal or block the entrance to a road, an area, or a building so that people cannot enter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλείω

    verb

    Took out the stairway, brought down an entire slab, closing off the only way in.

    Κατάστρεψε το κλιμακοστάσιο, έριξε μια ολόκληρη πλάκα, και απέκλεισε την μόνη μας είσοδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " close off " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "close off" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη