Μετάφραση του "closed" σε Ελληνικά
Οι κλειστός, εκτός κυκλοφορίας, κλειστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "closed" σε Ελληνικά.
Sealed, made inaccessible or impassable; not open [..]
-
κλειστός
adjective masculineThe stores were closed due to the strike.
Tα καταστήματα έμειναν κλειστά λόγω της απεργίας.
-
εκτός κυκλοφορίας
(λωρίδα, δρόμος)
-
κλειστή
Pertaining to the status of an opportunity where all sales stages are complete and no further activity is required.
The stores were closed due to the strike.
Tα καταστήματα έμειναν κλειστά λόγω της απεργίας.
-
κλειστό
The stores were closed due to the strike.
Tα καταστήματα έμειναν κλειστά λόγω της απεργίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " closed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Κλειστός
The stores were closed due to the strike.
Tα καταστήματα έμειναν κλειστά λόγω της απεργίας.
Φράσεις παρόμοιες με "closed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκεπαστό όχημα
-
πιάσιμο στα χέρια · ρήξη · συμπλοκή
-
Τάση κλειστού κυκλώματος, δυναμικό σε κλειστό κύκλωμα