Μετάφραση του "closure" σε Ελληνικά
Οι κλείσιμο, τερματισμός, Κλείσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "closure" σε Ελληνικά.
An event or occurrence that signifies an ending. [..]
-
κλείσιμο
nounκατά μια γενική έννοια, η διακοπή της δραστηριότητας
suitable arrangements are made for the after-closure phase of the waste facility.
να προβλέπονται κατάλληλες ρυθμίσεις όσον αφορά τη φάση μετά το κλείσιμο των εγκαταστάσεων αποβλήτων.
-
τερματισμός
nounCommencement of the adversarial part of the opposition proceedings and prior closure of the proceedings
Έναρξη του κατ’ αντιπαράθεση σταδίου της διαδικασίας ανακοπής και προγενέστερος τερματισμός της διαδικασίας
-
Κλείσιμο
function or reference to a function in computer science
suitable arrangements are made for the after-closure phase of the waste facility.
να προβλέπονται κατάλληλες ρυθμίσεις όσον αφορά τη φάση μετά το κλείσιμο των εγκαταστάσεων αποβλήτων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περάτωση
- επίλογος
- σύγκλειση
- κάθαρση
- λήξη
- ολοκλήρωση
- επούλωση
- συρραφή
- συμβιβασμός
- βούλωμα
- φράξιμο
- απόφραξη
- διακοπή, παύση λειτουργίας
- κλείνει το κεφάλαιο
- κλείσιμο υπόθεσης, θέματος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " closure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Περάτωση, κλείσιμο, καπάκι, περίβλημα
Φράσεις παρόμοιες με "closure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακοπή εργασιών
-
Περίβλημα μούφας γενικής χρήσης
-
διοικητικό κλείσιμο
-
Περίβλημα μούφας γενικής χρήσης
-
Τύπος συρραφής