Μετάφραση του "clove" σε Ελληνικά
Οι γαρύφαλλο, σκελίδα, γαρίφαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clove" σε Ελληνικά.
A very pungent aromatic spice, the unexpanded flower bud of the clove tree. [..]
-
γαρύφαλλο
noun neuterspice [..]
It's absinthe, cloves, orange bitters hand-muddled in a mason jar.
Είναι αψέντι με γαρύφαλλο και πικρό πορτοκάλι, ανακατεμένα με το χέρι σε μια γυάλα από μαρμελάδα.
-
σκελίδα
noun feminineconstitutive bulb of garlic
Each clove is wrapped in a husk consisting of a single layer of skin.
Κάθε σκελίδα φέρει περίβλημα αποτελούμενο από μία μεμβράνη.
-
γαρίφαλο
noun proper neuterIf desired, season with white pepper and nutmeg or paprika and ground clove.
Αν το επιθυμείτε, πασπαλίστε με άσπρο πιπέρι και μοσχοκάρυδο ή πάπρικα και γαρίφαλο σκόνη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μοσχοκάρφι
- γαρίφαλα
- Γαρίφαλο
- γαρύφαλο
- καρυόφυλλο
- γαριφαλιά
- γαριφαλόδενδρο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " clove " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "clove"
Φράσεις παρόμοιες με "clove" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γαρίφαλο · γαρύφαλο
-
σκελίδα · σκορδοσκελίδα · σκόρδο
-
γαρίφαλο · γαρύφαλλο