Μετάφραση του "clutch" σε Ελληνικά
Οι συμπλέκτης, αμπραγιάζ, σφίγγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clutch" σε Ελληνικά.
clutch
adjective
verb
noun
γραμματική
A device to interrupt power transmission, commonly used between engine and gearbox in a car. [..]
-
συμπλέκτης
noun masculineThe pedal in a car that disengages power transmission [..]
My brakes stick when I'm going uphill so the clutch slips.
τα φρένα μου κολλούν όταν πηγαίνω ανηφορικά έτσι ο συμπλέκτης γλιστρά.
-
αμπραγιάζ
neuterA device to interrupt power transmission
-
σφίγγω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδράχνω
- γραπώνω
- νεοσσιά
- ντεμπραγιάζ
- πιάνω
- λαβή
- άρπαγμα
- κλατς
- αρπάζω
- αιχμαλωτίζω
- Συμπλέκτης
- σφίξιμο
- άδραγμα
- συσφικτήρας
- κρατώ σφικτά
- με πιάνει
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " clutch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Clutch
-
Συμπλέκτης, αμπραγιάζ
Εικόνες με "clutch"
Φράσεις παρόμοιες με "clutch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πιάνεσαι από τα μαλλιά σου
-
σφίξιμο
-
clutch
-
ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη