Μετάφραση του "coagulate" σε Ελληνικά

Οι συμπηγνύω, πήζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coagulate" σε Ελληνικά.

coagulate adjective verb noun γραμματική

(intransitive) To become congealed; to convert from a liquid to a semisolid mass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπηγνύω

    cause to congeal

  • πήζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coagulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "coagulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coagulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη