Μετάφραση του "codicil" σε Ελληνικά
Οι κωδίκελλος, Κωδίκελος, κωδίκελος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "codicil" σε Ελληνικά.
codicil
noun
γραμματική
(law) An addition or supplement that explains, modifies, or revokes a will or part of one. [..]
-
κωδίκελλος
noun neuter -
Κωδίκελος
-
κωδίκελος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " codicil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη