Μετάφραση του "coexistence" σε Ελληνικά
Οι συνύπαρξη, Συνύπαρξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coexistence" σε Ελληνικά.
coexistence
noun
γραμματική
the state of two or more things existing together, usually in a temporal or spacial sense, with or without mutual interaction [..]
-
συνύπαρξη
nounOverall, these changes show a sector were different business models coexist.
Συνολικά, οι αλλαγές αυτές δείχνουν ότι ο τομέας αυτός χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coexistence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Coexistence
-
Συνύπαρξη
Coexistence with prior rights
Συνύπαρξη με υφιστάμενα δικαιώματα
Φράσεις παρόμοιες με "coexistence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνύπαρξη τεχνολογιών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
-
συνυπάρχω
-
συνυπάρχω
-
ειρηνική συνύπαρξη
-
υποχρεωτικά συνυπάρχει σε τάξεις με μαθητές της ίδιας περίπου χρονολογικής ηλικίας
-
ζώνη συνύπαρξης
-
συνυπάρχω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη