Μετάφραση του "cognitive" σε Ελληνικά

Οι γνωστικός, γνωσιακός, νοητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cognitive" σε Ελληνικά.

cognitive adjective noun γραμματική

The part of mental functions that deals with logic, as opposed to affective which deals with emotions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωστικός

    adjective masculine

    relating to mental functions

    Mental stimulation plus a regimented schedule will vastly improve your cognitive functioning.

    Η ψυχική διέγερση συν ένα πειθαρχημένο πρόγραμμα θα βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό τη γνωστική λειτουργία σου.

  • γνωσιακός

    adjective masculine

    relating to mental functions

  • νοητικός

    adjective masculine

    We'll see how much cognitive damage the imprint sustained.

    Θα δούμε πόση νοητική ζημιά υπέστη η αποτύπωση.

  • διανοητικός

    Our cognitive development evolves at that age and we start to form our own cultural identity.

    Η διανοητική μας ανάπτυξη εξελίσσεται σ'αυτήν την ηλικία και ξεκινάμε να διαμορφώνουμε τη δική μας πολιτιστική κουλτούρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cognitive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cognitive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γνωσιακός, γνωστικός

Φράσεις παρόμοιες με "cognitive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Προοπτική (γλώσσα)
  • έκπτωση τών γνωστικών λειτουργιών · γνωστική εξασθένιση · ύφεση τής νοητικής λειτουργίας
  • Νόηση · αντίληψη · γνωστική διεργασία · γνωστική ικανότητα · γνωστική λειτουργία · γνώση · γνώσις · μάθηση · νόηση
  • αντίφαση μεταξύ λόγων και έργων · γνωστική παραφωνία
  • ανώτερη πνευματική διαδικασία
  • Γνωσιακή επιστήμη · γνωσιακή/γνωστική επιστήμη · γνωστική επιστήμη
  • γνωστική ψυχολογία
  • γνωστικές νευροεπιστήμες · γνωστική νευροεπιστήμη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cognitive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη