Μετάφραση του "collar" σε Ελληνικά

Οι κολάρο, γιακάς, περιλαίμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collar" σε Ελληνικά.

collar verb noun γραμματική

The part of an upper garment (shirt, jacket...) that fits around the neck and throat, especially if sewn from a separate piece of fabric. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολάρο

    noun neuter

    They're not sure if it was her, she wasn't wearing her collar.

    Δεν ήταν σίγουροι αν ήταν αυτή γιατί δεν φορούσε το κολάρο της.

  • γιακάς

    noun masculine

    When the collar goes, I end up with a pajama top.

    Μόλις φαγωθή ο γιακάς, καταλήγει επάνω μέρος πυτζάμας.

  • περιλαίμιο

    noun neuter

    They'd take you to the booby hatch and lock you up with a collar, like a dog.

    Θα σε κλειδώσουν στο τρελάδικο μ'ένα περιλαίμιο, σαν σκυλί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύλληψη
    • συλλαμβάνω
    • πιάνω
    • τσακώνω
    • τσιμπώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " collar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "collar"

Φράσεις παρόμοιες με "collar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "collar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη