Μετάφραση του "color" σε Ελληνικά

Οι χρώμα, χρωματίζω, απόχρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "color" σε Ελληνικά.

color adjective verb noun γραμματική

The spectral composition of visible light. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρώμα

    noun neuter

    An attribute of things that results from the light they reflect, transmit, or emit in so far as this light causes a visual sensation that depends on its wavelengths. [..]

    Tom hangs his clothes, then arranges them by color.

    Ο Tom κρεμάει τα ρούχα του κι έπειτα τα οργανώνει σύμφωνα με το χρώμα.

  • χρωματίζω

    verb

    give something color [..]

    We have intervening memories, and each new memory colors our perceptions of our old memories.

    Εμείς έχουμε ενδιάμεσες αναμνήσεις και κάθε νέα μνήμη χρωματίζει την αντίληψη των παλιών αναμνήσεων.

  • απόχρωση

    noun feminine

    An attribute of things that results from the light they reflect, transmit, or emit in so far as this light causes a visual sensation that depends on its wavelengths. [..]

    The baby's blood will swirl with slick color.

    Στο αίμα μωρού θα εμφανιστούν κηλίδες με γυαλιστερή απόχρωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έγχρωμος
    • χρωματικός
    • βάφω
    • κοκκινίζω
    • χρώματα
    • σημαία
    • μπογιά
    • Χρώμα
    • χρωματιστός
    • έγχρωμο
    • χρωματισμός
    • όψη
    • χροιά
    • ηχόχρωμα
    • θωριά
    • διαστρέφω
    • ζωηράδα
    • παραποιώ
    • αλλάζω χρώμα
    • χρωστική ουσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " color " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Color
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλ. Colour

Εικόνες με "color"

Φράσεις παρόμοιες με "color" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "color" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη