Μετάφραση του "colourless" σε Ελληνικά

Οι άχρωμος, άτονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colourless" σε Ελληνικά.

colourless adjective γραμματική

Having no, or little colour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άχρωμος

    adjective masculine

    having no colour

    A colourless reference lamp designed for a nominal voltage of 12 V must be used in examining headlamps.

    Για να εξεταστούν οι προβολείς χρησιμοποιείται πρότυπος άχρωμος λαμπτήρας σχεδιασμένος για ονομαστική τάση 12 V.

  • άτονος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colourless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "colourless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακρωμία · αχρωματοψία · δαλτονισμός · δυσχρωματοψία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colourless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη