Μετάφραση του "combat" σε Ελληνικά
Οι αγώνας, καταπολεμώ, μάχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combat" σε Ελληνικά.
A battle, a fight (often one in which weapons are used); a struggle for victory. [..]
-
αγώνας
noun masculinea battle; a fight; a struggle for victory
Here begins the act of combat for possession of the woman T'Pring.
Εδώ αρχίζει o αγώνας για την κατάκτηση μιας γυναίκας της Tι-Πρινγκ.
-
καταπολεμώ
verbto fight; to struggle for victory
The Commission is committed to combat all forms of violence.
Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να καταπολεμήσει όλες τις μορφές βίας.
-
μάχη
noun femininepurposeful violent conflict, typically refers to armed conflict or melee
German soldiers loyal to the British crown, known for their ruthlessness in combat.
Γερμανοί πιστοί στο Βρετανικό στέμμα, γνωστοί για τη σκληρότητά τους στη μάχη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πολεμώ
- πάλη
- μάχομαι
- πολεμικός
- αγωνίζομαι
- διώκω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " combat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Combat" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Combat στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "combat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αερομαχία
-
μαχητικό αεροσκάφος
-
μαχιμότητα
-
πολεμικό όχημα
-
αρβύλα
-
να ολοκληρώσει μια δήλωση για την καταπολέμηση της ρύπανσης
-
πολεμικό ελικόπτερο
-
άρμα μάχης · τανκ