Μετάφραση του "combative" σε Ελληνικά

Οι εριστικός, επιθετικός, πολεμοχαρής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combative" σε Ελληνικά.

combative adjective γραμματική

Given to fighting; disposed to engage in combat; pugnacious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εριστικός

    adjective

    Every step of the way you have been combative, irresponsible, and less-than-honest

    Σε κάθε βήμα ήσουν εριστικός ανεύθυνος και ελάχιστα ειλικρινής.

  • επιθετικός

    adjective

    They said he came to disoriented, too combative for an exam.

    Είπαν ότι ήρθε αποπροσανατολισμένος και πολύ επιθετικός για εξετάσεις.

  • πολεμοχαρής

    adjective masculine

    Having or showing a ready disposition to fight.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαχητικός
    • προκλητικός
    • που κοντράρει
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " combative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "combative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κηρήθρα
  • χώρος διορθώσεων
  • Λειρί · ερευνώ · κηρήθρα · κτένι · λειρί · μελικηρίς · μελισσοκόμικος · μελιτόκηρον · μελόπηττα · τσατσάρα · χτένα · χτενίζω
  • εξετάζω σε βάθος · περνάω από ψιλή κρησάρα · περνάω κπ ή κτ από ψιλό κόσκινο · ψειρίζω · ψιλοκοσκινίζω
  • Φίλτρο οδοντωτής απόκρισης
  • εξετάζω σε βάθος · περνάω από ψιλή κρησάρα
  • χτένα για ψείρες
  • χτένισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "combative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη