Μετάφραση του "combining" σε Ελληνικά
Το συνδυασμός είναι η μετάφραση του "combining" σε Ελληνικά.
combining
noun
verb
γραμματική
Present participle of combine. [..]
-
συνδυασμός
noun masculineThanks to the combination of different types of action, concrete results were achieved.
Ο συνδυασμός διαφόρων ειδών δράσεων οδήγησε στην επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " combining " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "combining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συνδυασμένη γλώσσα προγραμματισμού
-
είναι συνάρτηση [+Γεν.]
-
συνδυασμένη γεννήτρια
-
συνδυαστής διαφορισμού
-
σταθμός συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας
-
συνδυάζω
-
Συνδυασμένος κατανεμητής
-
συνάρτηση πολλών παραγόντων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη